σιδηρουργός

σιδηρουργός
ο кузнец

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "σιδηρουργός" в других словарях:

  • σιδηρουργός — ο, ΝΑ, και σιδηριουργός Α τεχνίτης ασχολούμενος με την κατεργασία τού σιδήρου και τού χάλυβα με διαδοχικές πυρώσεις και σφυρηλατήσεις για τη διαμόρφωσή τους σε μεταλλικά προϊόντα, όπως εργαλεία, οικιακά σκεύη, πέταλα κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδηρο * / …   Dictionary of Greek

  • σιδηρουργός — ο τεχνίτης που κατεργάζεται το σίδηρο ή επισκευάζει σιδερένια εργαλεία, σιδεράς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιδηρουργοί — σιδηρουργός iron worker masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έργο — (Φυσ.). Στη φυσική, μπορούμε να ορίσουμε το έ. μιας δύναμης αν ξεκινήσουμε από μια απλή περίπτωση, κατά την οποία ένα υλικό σώμα αμελητέων διαστάσεων, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται μια σταθερή δύναμη, επιτελεί μια ευθύγραμμη μετατόπιση κατά μια… …   Dictionary of Greek

  • αμόνι — Εργαλείο που χρησιμοποιεί ο σιδηρουργός, ικανό να αντέχει στις κρούσεις της σφύρας. Πάνω σε αυτό τοποθετείται το μεταλλικό υλικό (σίδερο, χαλκός, κράματα κλπ.), που έχει πυρωθεί στην κατάλληλη θερμοκρασία και σφυροκοπείται για να πάρει το… …   Dictionary of Greek

  • ατσίγγανος — ο [Αθίγγανος] 1. αθίγγανος, γύφτος, κατσίβελος 2. (συνκδ.) α) αυτός που αλλάζει συνέχεια διαμονή β) ακάθαρτος, βρόμικος, ακατάστατος γ) λαίμαργος, πειναλέος δ) φιλάργυρος, τσιγκούνης ε) σιδηρουργός, γύφτος, χαλκιάς …   Dictionary of Greek

  • δεμιρτζής — και ντεμιρτζής, ο σιδεράς, σιδηρουργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. demirci] …   Dictionary of Greek

  • εμπυροτέχνης — ἐμπυροτέχνης, ο (Α) αυτός που χρησιμοποιεί στην τέχνη του τη φωτιά, ο σιδηρουργός …   Dictionary of Greek

  • εργαστήρ — ἐργαστήρ, ῆρος, ό, θηλ. ἐργαστρίς, ίδος (Α) [εργάζομαι] 1. εργάτης, γεωργός 2. (για τον Ήφαιστο) σιδηρουργός …   Dictionary of Greek

  • ηλοκόπος — ἡλοκόπος, ὁ (Α), σιδηρουργός που κατασκευάζει καρφιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήλος «καρφί» + κοπος (< κόπος «κοπή»), πρβλ. αργυρο κόπος, ξυλο κόπος] …   Dictionary of Greek

  • κακούργος — α, ο και ικο (AM κακοῡργος, ον, Α ποιητ. τ. κακοεργής, ές και κακοεργός, όν) 1. ως ουσ. ο κακούργος, η κακούργα, το κακούργο και κακούργικο ένοχος κακουργήματος, κακοποιός, εγκληματίας («ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν ὃν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»